«Προσευχήσου πριν πεθάνεις», η σοκαριστική ιστορία του Μπίλι Μουρ που οδηγήθηκε σε μία από τις πιο κακόφημες φυλακές της Ταϊλάνδης. Η φιλία και η λύτρωση του

Βασισμένη στο ομώνυμο best seller, η ταινία αφηγείται την απίστευτη αληθινή ιστορία του Βρετανού Μπίλι Μουρ, ενός νεαρού μποξέρ που οδηγείται σε μια από τις πιο κακόφημες φυλακές της Ταϊλάνδης.

Αρνούμενος να πεθάνει στη φυλακή, ο Μπίλι θα αρχίσει να εκπαιδεύεται στη φονική πολεμική τέχνη Μουάι Τάι, μια διαδικασία που θα τον κάνει να ανακαλύψει την έννοια της φιλίας, σε ένα απίστευτο ταξίδι προς τη λύτρωση.

Ο Μπίλι Μουρ

Η ταινία «Προσευχήσου Πριν Πεθάνεις» βασίζεται στην πραγματική και σοκαριστική ιστορία του Μπίλι Μουρ που εξέτισε την ποινή των τριών χρόνων στις πιο κακόφημες φυλακές της Ταϊλάνδης όταν συνελήφθη για διακίνηση κλεμμένων αγαθών, όπλων και για την υποψία κατοχής ναρκωτικών. Ο Μουρ βοήθησε στη συγγραφή του σεναρίου και ήταν παρών σε όλη σχεδόν τη διάρκεια των γυρισμάτων για να καθοδηγεί τον πρωταγωνιστή Τζο Κόουλ (Peaky Blinders) και το υπόλοιπο καστ καθώς και τη διαδικασία της παραγωγής. Ο σκηνοθέτης της ταινίας Ζαν- Στεφάν Σοβέρ (Johnny Mad Dog) γοητεύτηκε από το σενάριο όταν το διάβασε και δέχθηκε αμέσως να ασχοληθεί με την τανία. «Αυτό που με τράβηξε στην ταινία ήταν η αυθεντικότητα, η Ταϊλάνδη, ο κόσμος της φυλακής, ο χαρακτήρας του Μπίλι Μουρ και η αληθινή του ιστορία. Διάβασα πρώτα το βιβλίο του, ύστερα τον γνώρισα από κοντά και είδα την φοβερά ευαίσθητη πλευρά του παρά τη βία που έχει βιώσει», αναφέρει ο σκηνοθέτης.

Το ενδιαφέρον καστ

Ο σκοπός του σκηνοθέτη ήταν ο θεατής να συμμετέχει σχεδόν στην ταινία, να γίνει ένα με την ιστορία και να γνωρίσει την πλευρά του Μπίλι Μουρ. Το πρώτο μισό της ταινίας επικεντρώνεται στην γνωριμία των θεατών με τον Μπίλι Μουρ και προσπαθεί να δημιουργήσει την ατμόσφαιρα του χάους που επικρατεί στον ψυχισμό του. Έχει μια αίσθηση ντοκιμαντέρ που ενισχύεται από το γεγονός ότι οι υπόλοιποι ηθοποιοί, εκτός από τον Βιθάγια Πάνσριγκαρμ που τράβηξε την προσοχή του σκηνοθέτη, δεν είναι επαγγελματίες αλλά πρώην κατάδικοι που αφέθηκαν πρόσφατα ελεύθεροι. Είναι το στοιχείο που εγγυάται την αυθεντικότητα της ταινίας. Ο σκηνοθέτης πέρασε σχεδόν ένα χρόνο στη Μπανκόγκ ώστε να χτίσει μια σχέση εμπιστοσύνης μαζί τους και να γνωρίσει τις ιστορίες τους. Το εμπόδιο της διαφορετικής γλώσσας ήταν κάτι που επίσης ενίσχυσε την ρεαλιστική πλευρά της ταινίας αφού κάπως όλοι οι άνθρωποι της παραγωγής έπρεπε να βρουν τρόπους να το ξεπεράσουν και να συνεννοηθούν μεταξύ τους με νοήματα.

Ο Τζο Κόουλ πριν τα γυρίσματα της ταινίας συναντήθηκε με τον Μπίλι Μουρ και τα μέλη της οικογένειάς του ώστε να γνωρίσει καλύτερα τις καταβολές και την ιστορία του ήρωά του. Η εμπειρία της ταινίας ήταν πολύ δυνατή για τον ίδιο αφού για τις 30 ημέρες που διήρκησαν τα γυρίσματα είχε καθημερινά μια σκηνή μάχης. Η συνεργασία του με μη-επαγγεματίες ηθοποιούς είχε ξεχωριστή σημασία αφού εκείνοι βίωναν μια σχεδόν θεραπευτική διαδικασία καθώς μοιράζονταν στοιχεία του παρελθόντος τους και της πραγματικής τους ζωής. Ενώ συνήθως οι ηθοποιοί «κρύβονται» πίσω από το ρόλο τους, στη συγκεκριμένη ταινία ο Τζο Κόουλ κλήθηκε να δώσει ένα κομμάτι του εαυτού του συναισθηματικά και φυσικά. Μέσα από την εντατική προπόνηση έπλασε το σώμα του σαν πανοπλία για να ανταπεξέρχεται στις μάχες και να προστατεύεται.

Εικόνα, ήχος και Ταϊλάνδη

Η ταινία είναι γυρισμένη σε HD και συνήθως η κάμερα είναι στο χέρι δίνοντας την ευκαιρία για μεγαλύτερης διάρκειας λήψεις. Αυτό έδωσε τη δυνατότητα στους ηθοποιούς να νιώσουν ότι αυτό που ζουν δεν είναι η σκηνή μιας ταινίας αλλά ένα δεκάλεπτο πραγματικής ζωής και μάχης. Ο ήχος επίσης είναι οξυμένος για να δίνει την αίσθηση του συνεχούς κινδύνου αφού, όπως λέει και ο σκηνοθέτης, οι φυλακισμένοι έχουν διαρκώς «τον νου τους» και η ανδρεναλίνη τους είναι σε υψηλά επίπεδα. «Προσπάθησα να δημιουργήσω ένα ήχο όχι απαραίτητα ρεαλιστικό αλλά συμβολικό», εξηγεί ο ίδιος.

Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στην Ταϊλάνδη με την επίβλεψη ανθρώπων του κράτους που επιβεβαίωνε καθημερινά ότι η παραγωγή ακολουθούσε το σενάριο και δεν πρόσβαλε τον βασιλιά. Η πρώτη πρόκληση ήταν η τοποθεσία. Η αρχική επιλογή της παραγωγής ήταν να μεταμορφώσουν μια αποθήκη σε φυλακή, αυτό όμως δεν έβρισκε σύμφωνο τον σκηνοθέτη. «Ήξερα ότι όπως μόνο τα σώματα και τα μάτια πραγματικών κατάδικων  μπορούσαν να δώσουν την αίσθηση που έψαχνα, έτσι έπρεπε να γίνει και με την τοποθεσία των γυρισμάτων. Ήμασταν τυχεροί ώστε να γυρίσουμε την ταινία σε μια πραγματική φυλακή κοντά στη Μπανκόγκ μιας και οι κρατούμενοι είχαν μόλις μεταφερθεί σε κάποια καινούρια. Ήταν άδεια. Είχαν μείνει μόνο τα ρούχα τους, κάποια σκισμένα γράμματα από τις οικογένειές τους, αυτοσχέδια μαχαίρια… Επειδή όμως αναβάλλαμε την παραγωγή για ένα χρόνο, όταν επιστρέψαμε αντικρίσαμε συντρίμμια και έπρεπε να την ξαναφτιάξουμε όπως ήταν».

Πηγή:mixanitouxronou.gr

Rate this item
(0 votes)
© 2018 Web Artistic All Rights Reserved. Designed By Web Artistic