Just Wait...

Σαν σήμερα γεννήθηκε και πέθανε ο Βασίλης Τσιτσάνης

×

Warning

JUser: :_load: Unable to load user with ID: 131
Σαν σήμερα γεννήθηκε και πέθανε ο Βασίλης Τσιτσάνης

Σαν σήμερα γεννήθηκε και πέθανε ο Βασίλης Τσιτσάνης

Γεννήθηκε σαν σήμερα το 1915 στα Τρικαλα και απεβίωσε 69 χρόνια μετά την ίδια μέρα στο Λονδίνο όπου  βρισκόταν για εγχείρηση,  ένας από τους μεγαλύτερους τραγουδοποιούς του Ελληνικού λαϊκού και ρεμπέτικου τραγουδιού, ο Βασίλης Τσιτσάνης (1915-1984).

Στη μακρόχρονη καριέρα  του συνεργάστηκε με σημαντικούς ερμηνευτές όπως Σωτηρία Μπέλλου,  Ιωάννα Γεωργακοπούλου, Μαρίκα Νίνου, Στράτο Παγιουμτζή κ.α. Δημοφιλή του τραγούδια τα “Νύχτες Μαγικές“, “Αχάριστη“, “Απόψε στις Ακρογιαλιές“, “Συννεφιασμένη Κυριακή” κ.α.

 

Κατά τον μουσικολόγο Λάμπρο Λιάβα, ο Τσιτσάνης, «έβγαλε το λαϊκό τραγούδι από τα όρια του περιθωρίου, όπου το είχαν τάξει τα αντικοινωνικά και ανατολίτικα στοιχεία του, για να το εντάξει στην καινούργια κοινωνική πραγματικότητα της μεταπολεμικής Ελλάδος. Καθιέρωσε νέο ύφος παιξίματος και τραγουδιού με τον εξευρωπαϊσμό-συγκερασμό των κλιμάκων, αρμονίες με δεύτερες και τρίτες φωνές, εμπλουτισμένη ενορχήστρωση και καινοτομίες στην ποιητική δομή, όπου για πρώτη φορά το λαϊκό τραγούδι απoμακρύνθηκε από τις παραδοσιακές φόρμες του δίστιχου επισημοποιώντας το ρόλο του ρεφρέν»

 

Ο Τσιτσάνης γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 18 Ιανουαρίου 1915 από Ηπειρώτες γονείς. Από μικρή ηλικία έδειξε ενδιαφέρον για τη μουσική και έμαθε μαντολίνο, βιολί και μπουζούκι.

 

Το φθινόπωρο του 1936 ο Τσιτσάνης ήρθε στην Αθήνα με κύριο σκοπό να σπουδάσει στη Νομική, αλλά γρήγορα τον κέρδισε η μουσική. Οι πρώτες του επιρροές είναι τα τραγούδια του Βαγγέλη Παπάζογλου και του Μάρκου Βαμβακάρη. Η πρώτη του εμφάνιση έγινε στο μαγαζί «Μπιζέλια». Σύντομα γνώρισε τον Δημήτρη Περδικόπουλο, που τον πήγε στην Odeon, όπου ηχογράφησε τα πρώτα του τραγούδια. Το «Σ’ έναν τεκέ μπουκάρανε» είναι η πρώτη ηχογράφηση του Τσιτσάνη.

 

Την περίοδο 1937-1940 έγραψε τραγούδια που ηχογράφησε με τις φωνές του Περδικόπουλου και άλλων τραγουδιστών εκείνης της εποχής, όπως του Στράτου Παγιουμτζή, του Μάρκου Βαμβακάρη και του Στελλάκη Περπινιάδη, με τους οποίους σε πολλές ηχογραφήσεις ο Τσιτσάνης συμμετείχε σαν δεύτερη φωνή.

 

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής ο Τσιτσάνης έμεινε στη Θεσσαλονίκη, όπου για ένα διάστημα τεσσάρων ετών (1942-1946) είχε δικό του μαγαζί, το 'Ουζερί ο Τσιτσάνης' στην οδό Παύλου Μελά 22 που έγινε διάσημο. Εκεί έγραψε μερικά από τα καλύτερα τραγούδια του, τα οποία ηχογραφήθηκαν μετά τη λήξη του πολέμου, όπως την "Συννεφιασμένη Κυριακή".

 

 

Τον Ιούλιο του 1942 παντρεύτηκε τη Ζωή Σαμαρά από τα Γρεβενά, όντας αρραβωνιασμένοι επί 19 μήνες. Κουμπάρος ήταν ο προσωπικός φίλος του Τσιτσάνη Νικόλαος Μουσχουντής, ο οποίος ήταν και διοικητής Χωροφυλακής Θεσσαλονίκης, αλλά και θαυμαστής του έργου τού Τσιτσάνη και γενικώς του ρεμπέτικου τραγουδιού. Απέκτησε μια κόρη, τη Βικτώρια και ένα γιο, τον Κώστα.

 

Το 1946 επέστρεψε στην Αθήνα και άρχισε να ηχογραφεί ξανα. Δίπλα του έγιναν ευρέως γνωστές τραγουδιστές όπως η Σωτηρία Μπέλλου, η Ιωάννα Γεωργακοπούλου, η Μαρίκα Νίνου, όπως και ο τραγουδιστής Πρόδρομος Τσαουσάκης.

 

Μετά το τέλος και του Εμφυλίου, οπότε το ρεμπέτικο «απελευθερώνεται» και οι συνθέτες μπορούν να γράφουν ανενόχλητοι για κοινωνικά θέματα, ο Τσιτσάνης είναι το κατεξοχήν λαϊκό είδωλο. Καταθέτει τα αριστουργήματά του, «Αχάριστη» και «Κάθε βράδυ πάντα λυπημένη», ενώ η «Συννεφιασμένη Κυριακή» γίνεται μουσικό σήμα σε ραδιοφωνική εκπομπή για το λαϊκό τραγούδι. Ξεκινά τις εμφανίσεις του στα κέντρα Ροσινιόλ, Φαληρικόν, Τριάνα του Χειλά αλλά και σε κινηματογραφικές ταινίες της εποχής. Συνεργάζεται με τον Μάνο Χατζιδάκι και τα μπουζούκια του φιγουράρουν στους τίτλους της «Στέλλας» (1955) του Μιχάλη Κακογιάννη και του «Δράκου» (1956) του Νίκου Κούνδουρου. Η ζωή του μοιράζεται μεταξύ στούντιο και μαγαζιών, γίνεται τελειομανής με το μπουζούκι, την κιθάρα και τον μπαγλαμά του, μην αφήνοντας κανέναν άλλο να παίξει τις συγχορδίες του. Το ρεμπέτικο πια έχει βγει από το περιθώριο και ανάγεται σε λαϊκή διασκέδαση, χωρισμένο σε ό,τι είναι μέχρι σήμερα το λαϊκό τραγούδι: ζεϊμπέκικα, χασάπικα και τσιφτετέλια. Ένα από τα χασάπικά του, το «Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα» γίνεται επιτυχία μεγάλη με τη φωνή της Μαρίκας Νίνου. 

 

 

Ο Τσιτσάνης πρωτοείδε την Μαρίκα Νίκου το 1949  και όπως λέει ο ίδιος στη βιογραφία του στον Κ. Χατζηδουλή «Την άκουσα και δεν άργησα να καταλάβω το ταλέντο της. Κατάλαβα πως με δουλειά θ' άφηνε εποχή. Είχε μια ξεχωριστή ερμηνευτική ικανότητα, είχε το κάτι άλλο (...)» ΄Εγιναν ζευγάρι, έζησαν και χώρισαν επεισοδιακά τη δεκαετία του '50 εξαιτίας περιοδείας στη Νέα Υόρκη. «Δεν θα πας» της είπε ο Τσιτσάνης. «Θα πάω» απάντησε η Νίνου. Και πήγε μόνη της. Κάποτε ξαναγύρισε. Ήταν άρρωστη. «Ο Τσιτσάνης δεν της ξαναμίλησε. Δεν πήγε να τη δει στο νοσοκομείο. Ούτε στην κηδεία της πήγε...», έχει πει ο ο Λευτέρης Παπαδόπουλος.

 

Πρώτη φορά η Νίνου ανέβηκε στο πάλκο δίπλα στον Τσιτσάνη τον Δεκέμβρη του 1949, υποσκελίζοντας την προκάτοχό της, Ιωάννα Γεωργακοπούλου, η οποία λέγεται πώς δεν έκανε τα «τσαλιμάκια» που ήθελαν τόσο ο Τσιτσάνης όσο και ο Τζίμης ο Χοντρός για το πρόγραμμά τους. Στο ίδιο μαγαζί ο Τσιτσάνης συνεργάστηκε και με τη Σωτηρία Μπέλλου, την οποία σεβόταν και εκτιμούσε ως το τέλος, παρά τις κατά καιρούς διαφωνίες τους. Διόλου τυχαίο που 25 χρόνια μετά θα ξαναβρίσκονταν στο Χάραμα, χαρίζοντας νύχτες ιστορικής σημασίας στο κοινό του. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, από του Τζίμη του Χοντρού πέρασε σύσσωμη η διανόηση των Αθηνών: Ο Τσαρούχης, ο Μινωτής, ο Κούνδουρος, ο Καμπανέλλης, ο Χατζιδάκις και, φυσικά, ο Μίκης Θεοδωράκης, που θα πει λίγα χρόνια μετά για τον Τσιτσάνη και εκείνη την περίοδο: «Θα 'θελα να 'μαι ένας ταπεινός μαθητής του. Ο Τσιτσάνης είναι ο Θεόφιλος της λαϊκής μας μουσικής».

 

Τα επόμενα χρόνια ο Τσιτσάνης γνώρισε ευρύτατη αποδοχή. Τη δεκαετία του 1970, δίπλα στον Βασίλη Τσιτσάνη στο Χάραμα τραγουδούν, κάνοντας τα περάσματά τους, οι μεγαλύτερες νεότερες γυναικείες φωνές της Ελλάδας: η Βίκυ Μοσχολιού, η Χάρις Αλεξίου, η Δήμητρα Γαλάνη, η Μαρίζα Κωχ, η Τάνια Τσανακλίδου, η Αλεξάνδρα. Με κάποιες συνεργάζεται και στη δισκογραφία, όπως με τη Γαλάνη, ενώ τελευταία στενή συνεργάτιδά του είναι η Χαρούλα Λαμπράκη.

 

 

 

Από το Χάραμα περνούν οι πάντες για να τον ακούσουν και να τον δουν στο πάλκο, ηθοποιοί σαν το ζεύγος Παπαμιχαήλ - Βουγιουκλάκη, την Τζένη Καρέζη, τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, τη Μελίνα Μερκούρη, όπως και μεγάλες ξένες προσωπικότητες, σαν τη Ρόμι Σνάιντερ και τον Έντι Κονσταντίν. Ειδικά μετά την πτώση της Χούντας είχε ξεκινήσει και συναυλίες σε στάδια και ανοιχτούς χώρους, κάτι που συνέβαινε πρώτη φορά για λαϊκά τραγούδια. Η τελευταία του δημόσια εμφάνιση σε ανοιχτό χώρο ήταν σε τιμητική εκδήλωση του Δήμου Νίκαιας, σε συνεργασία του δημάρχου Στέλιου Λογοθέτη με τον Μίκη Θεοδωράκη για τη διοργάνωση του πρώτου πολιτιστικού καλοκαιριού στην Ελλάδα.

  

Ηταν στενός φίλος του Ανδρέα Παπανδρέου προέδρου του ΠΑΣΟΚ και πρωθυπουργού της χώρας, και ο αγαπημένος του μουσικός. Υπήρξε μεγάλος λάτρης του ιστορικού ποδοσφαιρικού Α.Ο. Τρίκαλα πηγαίνοντας συχνά στο γήπεδο ακόμη και όταν η ομάδα του έπαιζε μακριά από τα Τρίκαλα. 

 

Πέθανε στις 18 Ιανουαρίου 1984 από καρκίνο στο Λονδίνο και κηδεύτηκε στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.

 

Προς τιμήν του ο Δήμος Γλυφάδας μετονόμασε την οδό Βάου σε οδό Βασίλη Τσιτσάνη γιατί κατοικούσε στη Γλυφάδα στη συγκεκριμένη οδό.

Πηγές:βικιπαίδεια,thetoc.gr,lifo.gr

Ακούστε τον Simpleradio EΔΩ

ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΚΑΡΙΕΡΑΣ