Just Wait...

Eνσαρκωμένη Αυθάδεια: Ο Όσκαρ Ουάιλντ στο Παρίσι

Eνσαρκωμένη Αυθάδεια: Ο Όσκαρ Ουάιλντ στο Παρίσι

Eνσαρκωμένη Αυθάδεια: Ο Όσκαρ Ουάιλντ στο Παρίσι

Η πρώτη μεγάλη έκθεση στο Παρίσι για τον διάσημο δραματουργό, συγγραφέα και ποιητή που έγραψε την «Σαλώμη» στα γαλλικά, επιθυμώντας να την ενσαρκώσει η Σάρα Μπερνάρ.

Ο Όσκαρ Ουάιλντ μπορεί να πέθανε στο Παρίσι στις 30 Νοεμβρίου του 1900 και ο τάφος του στο κοιμητήριο Père Lachaise να είναι τόπος προσκυνήματος, τα εκατό χρόνια από τον θάνατό του όμως, το 2000, γιορτάστηκαν στο Λονδίνο με δύο μεγάλες εκθέσεις στη Βρετανική Βιβλιοθήκη και στο Μπάρμπικαν. Δεκαέξι χρόνια μετά την εν λόγω επέτειο, το Petit Palais έρχεται να επανορθώσει, παρουσιάζοντας την πρώτη μεγάλη έκθεση στη Γαλλία αφιερωμένη στον διάσημο δραματουργό, συγγραφέα και ποιητή, που δεν ήταν μόνο γαλλόφιλος αλλά μιλούσε τέλεια γαλλικά –είναι χαρακτηριστικό ότι τη «Σαλώμη» την έγραψε στα γαλλικά, επιθυμώντας να παίξει τον πρωταγωνιστικό ρόλο η Σάρα Μπερνάρ. Ο εγγονός του και συνεπιμελητής της έκθεσης Merlin Holland είπε στην «Guardian»: «Δεν έχει γίνει ποτέ μια μεγάλη έκθεση στο Παρίσι για τον Όσκαρ. Όλοι λένε τώρα: "Γιατί όχι;". Νομίζω ότι οι Γάλλοι αναρωτιούνται έκπληκτοι γιατί δεν είχαν σκεφτεί να την κάνουν πιο πριν». Περισσότερα από διακόσια εκθέματα, ανάμεσά τους και κάποια που παρουσιάζονται για πρώτη φορά, έρχονται να φωτίσουν τη ζωή και το έργο του σε μια έκθεση που ολοκληρώνεται στις 15 Ιανουαρίου 2017 και έχει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Oscar Wilde, Insolence Incarnate» («Ενσαρκωμένη Αυθάδεια»)

 

Στα εκθέματα συναντάμε χειρόγραφα, φωτογραφίες, σχέδια, καρικατούρες και προσωπικά αντικείμενα μαζί με έργα ζωγραφικής που προέρχονται από δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές από διάφορες χώρες αλλά και γαλλικά ιδρύματα. Η έκθεση, εκτός από το επιβλητικό πορτρέτο του συγγραφέα διά χειρός Harper Pennington, περιλαμβάνει πορτρέτα της συζύγου και μητέρας των δυο γιων του, Κόνστανς Λόιντ, καθώς και του εραστή του, λόρδου Άλφρεντ Ντάγκλας – μια σχέση που οδήγησε τον Ουάιλντ στη φυλακή. Ανάμεσα στα προσωπικά του αντικείμενα βρίσκεται κι ένας φάκελος με μια μπούκλα από τα μαλλιά της αγαπημένης του αδελφής Άισολα που πέθανε σε ηλικία εννέα ετών και στην οποία αφιέρωσε το ποίημα «Requiescat», από όπου και ο στίχος: «All her bright golden hair/ Tarnished with rust/ She that was young and fair/ Fallen to dust». Σύμφωνα με τον εγγονό του, που έχει δανείσει το έκθεμα, ο Ουάιλντ είχε μαζί του τον φάκελο μέχρι τον θάνατό του. Από το Palazzo Rosso στη Γένοβα προέρχεται ο πίνακας του Αγίου Σεβαστιανού που ζωγράφισε ο Guido Reni γύρω στο 1615 και είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζεται σε έκθεση σχετική με τον Όσκαρ Ουάιλντ. Ο συγγραφέας τον είχε δει κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψής του στη Γένοβα και είχε γράψει: «Ένα υπέροχο καστανό αγόρι, με πυκνά σγουρά μαλλιά και κόκκινα χείλη, δεμένο από τους σατανικούς εχθρούς του σε ένα δέντρο και, αν και πληγωμένο από τα βέλη, υψώνει τα μάτια του με θείο, παθιασμένο βλέμμα προς την αιώνια ομορφιά των ανοιχτών ουρανών». Η επιλογή του ψευδωνύμου Σεβαστιανός Μέλμοθ κατά τη διάρκεια της εξορίας που ακολούθησε την αποφυλάκισή του και διήρκεσε μέχρι τον θάνατό του δείχνει την ταύτιση του Ουάιλντ με τον μάρτυρα: «Αναμφίβολα, από τότε έβλεπε τον εαυτό του ως τον μαρτυρήσαντα άγιο» τονίζει ο Holland.

Ο Όσκαρ Ουάιλντ γεννήθηκε στο Δουβλίνο στις 16 Οκτωβρίου 1854. Η μητέρα του ήταν ποιήτρια και ο πατέρας του διάσημος γιατρός και λαογράφος. Από πολύ νέος έδειξε την κλίση του στον κλασικισμό – στα δώδεκα διάβαζε Όμηρο από το πρωτότυπο. Σπούδασε στο Κολέγιο Τρίνιτι στο Δουβλίνο και στη συνέχεια στο Κολέγιο Μάγκνταλεν στην Οξφόρδη, όπου και μυήθηκε στον Αισθητισμό από τους καθηγητές του Ουόλτερ Πέιτερ και Τζον Ράσκιν – το δωμάτιό του εκεί ήταν διακοσμημένο με φτερά παγωνιού, άνθη και μπλε πορσελάνες, για τις οποίες είχε πει τη διάσημη φράση: «Κάθε μέρα γίνεται όλο και πιο δύσκολο να ανταγωνιστώ τις γαλάζιες πορσελάνες μου». Ένα ταξίδι στην Ελλάδα θα του στοιχίσει την αποβολή του από το πανεπιστήμιο για ένα εξάμηνο, καθώς θα καθυστερήσει αδικαιολόγητα να επιστρέψει. Μετά το τέλος των σπουδών του μετακομίζει στο Λονδίνο και δεν αργεί να το κατακτήσει −αλλά και να το σκανδαλίσει− με το πνεύμα, την οξυδέρκεια, τα ευφυολογήματα και την εξεζητημένη του εμφάνιση – μακριά μαλλιά, γούνες, βελούδινα σακάκια, μεταξωτά πουκάμισα, κοσμήματα: μια ωδή στην ομορφιά. Εκδίδει μια ποιητική συλλογή, δίνει διαλέξεις σε Αμερική και Καναδά και επιστρέφοντας στο Λονδίνο ασχολείται με τη δημοσιογραφία. Το 1884 παντρεύεται την Κόνστανς Λόιντ, μετατρέπουν το σπίτι τους σε «ναό» του Αισθητισμού και αποκτούν δύο γιους, για χάρη των οποίων γράφει το 1888 τη συλλογή παραμυθιών «Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας και άλλα παραμύθια». Στο ξεκίνημα της δεκαετίας του 1890 γράφει διαλόγους και δοκίμια για την ανωτερότητα της τέχνης, ενώ το 1890 κυκλοφορεί το μοναδικό του μυθιστόρημα «Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι». Έναν χρόνο αργότερα ολοκληρώνει τη «Σαλώμη», που δεν θα παιχτεί στο Λονδίνο, λόγω του θρησκευτικού της περιεχομένου, αλλά στο Παρίσι την εποχή που εκείνος βρισκόταν ήδη στη φυλακή. Ακολουθεί μια σειρά από σάτιρες που τον καθιερώνουν ως έναν από τους πιο επιτυχημένους θεατρικούς συγγραφείς .

Το 1895 και ενώ παιζόταν το κορυφαίο έργο του«Η σημασία του να είναι κανείς σοβαρός», ένα προσβλητικό σημείωμα του μαρκήσιου του Κουίνσμπερι, που ήταν πατέρας του εραστή του λόρδου Άλφρεντ Ντάγκλας, ωθεί τον Ουάιλντ να τον μηνύσει για συκοφαντία. Το αποτέλεσμα ήταν η υπεράσπιση του μαρκήσιου να επικεντρωθεί στην απόδειξη των ομοφυλοφιλικών προτιμήσεων του συγγραφέα και μετά από δύο ακόμη δίκες να καταδικαστεί για σοδομισμό σε δύο χρόνια καταναγκαστικά έργα. Μέσα από τη φυλακή του Ρίντινγκ −κατά τη μεταφορά στην οποία το πλήθος τον έφτυνε και τον λοιδορούσε− ο Ουάιλντ γράφει μια επιστολή 50.000 λέξεων στον εραστή του, την οποία δεν θα κατορθώσει να του στείλει. Το «De profundis» («Εκ βαθέων») θα εκδοθεί τελικά το 1905, μετά τον θάνατό του – ένα κείμενο πολύ διαφορετικό από τα προηγούμενα του διανοητή, που ήταν αφιερωμένα στην ηδονή και στην ομορφιά. «Ήθελα να δοκιμάσω όλα τα φρούτα απ' όλα τα δέντρα του κήπου του κόσμου... Και πραγματικά έτσι βγήκα κι έτσι έζησα. Το μόνο μου λάθος ήταν ότι περιορίστηκα τόσο αποκλειστικά στα δέντρα εκείνα που μου φαίνονταν να 'ναι η ηλιοφώτιστη πλευρά του κήπου και απέφευγα την άλλη, επειδή ήταν γεμάτη σκιές και σκοτάδι» θα γράψει στον αγαπημένο του «Μπόζι». 

Αποφυλακίζεται με κλονισμένη υγεία στις 19 Μαΐου 1897 και με το ψευδώνυμο Σεβαστιανός Μέλμοθ φεύγει αμέσως για τη Γαλλία. Γράφει το τελευταίο του ποίημα, την «Μπαλάντα της φυλακής του Ρίντινγκ», και αντί υπογραφής χρησιμοποιεί τον αριθμό του κελιού του, το «C.3.3». Επιλέγει για τη δημοσίευσή της το περιοδικό «Reynold's Magazine» με το σκεπτικό ότι «είναι ιδιαίτερα δημοφιλές στις κατώτερες τάξεις των εγκληματιών – εκεί όπου πλέον ανήκω. Για πρώτη φορά θα με διαβάσουν οι όμοιοί μου – πρωτόγνωρη εμπειρία για μένα». Το 1897 περνάει μερικούς μήνες στη Νάπολη με τον Ντάγκλας, οι οικογένειές τους όμως καταφέρνουν να τους χωρίσουν, καθώς τους συντηρούν οικονομικά. Καταλήγει στο Παρίσι σε ένα θλιβερό ξενοδοχείο, σχεδόν χωρίς καθόλου χρήματα και συχνά κυκλοφορεί μεθυσμένος. Τον Νοέμβριο του 1900 παθαίνει μηνιγγίτιδα και πεθαίνει στις 30 του ίδιου μήνα, έχοντας προλάβει να βαφτιστεί καθολικός και όντας «ταπεινά υποταγμένος στο θέλημα του Θεού», σύμφωνα με τον Ιρλανδό αιδεσιμότατο Κούθμπερτ Νταν. Ο τάφος του μεταφέρθηκε το 1909 στο Père Lachaise από το κοιμητήριο Bagneux, όπου βρισκόταν αρχικά. Τα τελευταία χρόνια ο Δήμος του Παρισιού αποφάσισε να καλύψει το μνήμα −με τον σκανδαλιστικό για την εποχή του μοντερνιστικό άγγελο− με ένα γυάλινο περίβλημα για να το προστατέψει από τα χιλιάδες κατακόκκινα φιλιά που άφηναν πάνω του οι θαυμαστές του συγγραφέα. Το επίγραμμα −ό,τι πιο ταιριαστό− είναι ένα τετράστιχο από την «Μπαλάντα της φυλακής του Ρίντινγκ»:"Του ελέους το λαγήνι θα γεμίσουνε Ξένοι με το δάκρυ το αλμυρό. Οι απόκληροι γι' αυτόνε θα θρηνήσουνε Αυτοί που 'χουν το θρήνο αδελφό."

O συγγραφέας και δοκιμιογράφος Θανάσης Τριαρίδης γράφει για τον Όσκαρ Ουάιλντ στο ανέκδοτο βιβλίο του «Τα γάργαρα τεχνάσματα * ένα τετράδιο με μελανιές» (το απόσπασμα δημοσιεύεται με την άδεια του συγγραφέα):   • Ποτέ του δεν ήσαν Νίτσε – αν τον γνώριζε, θα του κρέμαγε κουδουνάκια: ο Ουάιλντ ποτέ του δεν ανήγγειλε ήρωα, κύριο της δύναμης, υπεράνθρωπο. Φαντάζομαι θα πρόφερε τη λέξη προφήτης όπως τη λέξη μεγαλειότατε, έτοιμος να φτύσει την αηδία του. Η τελική του ήταν να γίνει ένας κατά χάριν (ουάου) μάταιος άνθρωπος. Να φοβάται, να τρέμει και να λαχταρά. Κι έπειτα: να σταματήσεις με το βαμβάκι ένα ποτάμι. Ω ναι, είναι ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο.   • Τόσο ανθρώπινο, που γέμισε τον πόθο μας με τις λαχτάρες του. 

Πηγή : www.lifo.gr

ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΚΑΡΙΕΡΑΣ