Just Wait...

Έφυγε στα 90 του ο Νίκος Κούνδουρος

×

Warning

JUser: :_load: Unable to load user with ID: 131
Έφυγε στα 90 του ο Νίκος Κούνδουρος

Έφυγε στα 90 του ο Νίκος Κούνδουρος

Σε ηλικία 90 ετών έφυγε από τη ζωή ο Νίκος Κούνδουρος, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες σκηνοθέτες

,άλλη μια πολύ μεγάλη απώλεια στον χώρο της τέχνης για την χώρα μας

Το τελευταίο διάστημα νοσηλευόταν στο νοσοκομείο με αναπνευστικά προβλήματα.

Βιογραφία
Γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά οι γονείς του, από ατελείωτες γενιές Κρητικοί, δεν ανέχονταν να πολιτογραφηθεί σαν Αθηναίος. Τον μετέφεραν στην Κρήτη, τυλιγμένο σε μία πάνα, ώστε να γραφτεί στα δημοτολόγια του Αγίου Νικολάου της Κρήτης στις 15 Δεκεμβρίου του 1926. Ήταν γιος του δικηγόρου και πολιτικού Ιωσήφ Κούνδουρου.

Σπούδασε ζωγραφική και γλυπτική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας από την οποία και αποφοίτησε το 1948. Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε ενταχθεί στις τάξεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, και μετά τον πόλεμο εξορίστηκε στη Μακρονήσο, λόγω των αριστερών φρονημάτων του. Στα 28 του χρόνια αποφάσισε να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο. Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως σκηνοθέτης με τη Μαγική Πόλη (1954), όπου συνδύασε τις επιρροές του από το νεορεαλισμό με την εικαστική του ματιά. Με το σύνθετο και πρωτοποριακό έργο Ο Δράκος (1956), ο Νίκος Κούνδουρος καθιερώνεται. Ακολούθησαν "Οι παράνομοι" (1958), «Το ποτάμι» (1959), «Μικρές Αφροδίτες» (1963), «Το πρόσωπο της Μέδουσας» (1967), «Τα τραγούδια της φωτιάς» (1974), «1922» (1978) κ.ά.

Κατά τα ξημερώματα της 21 Οκτωβρίου του 2010, έπεσε θύμα ληστείας στο σπίτι του στο Μετς, από 3 μασκοφόρους τους οποίους η αστυνομία δεν κατάφερε να εντοπίσει, ενώ ο ίδιος μεταφέρθηκε στην εντατική μονάδα του νοσοκομείου «Γεώργιος Γεννηματάς». Υπήρξε θύμα ανάλογης ενέργειας και 2 μήνες νωρίτερα.

 

Διακρίσεις
Ο Ν. Κούνδουρος έχει επίσης αντιπροσωπεύσει τον ελληνικό κινηματογράφο πολλές φορές στο εξωτερικό όπως στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας το 1953 και 1956, στο Φεστιβάλ Βερολίνου το 1958, 1963 και 1967. Έχει επίσης τιμηθεί με το Πρώτο Βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και Βερολίνου το 1963 για την ταινία «Μικρές Αφροδίτες» καθώς και για την ταινία του «Το ποτάμι» στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1959. Ειδικότερα για την ταινία «Μικρές Αφροδίτες» τιμήθηκε και με το Βραβείο της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου. Η δε ταινία του «Ο Δράκος» χαρακτηρίστηκε ως η καλύτερη ελληνική ταινία στη δεκαετία του 1950-1960. Τόσο η ελληνική όσο και η γαλλική και αγγλική τηλεόραση έχουν προβάλει κατ' επανάληψη ταινίες του Κούνδουρου. Σημειώνεται επίσης πως αντίγραφα (κόπιες) πολλών ταινιών του βρίσκονται στο Ευρωπαϊκό Μουσείο Κινηματογράφου, στη Γαλλική Ταινιοθήκη καθώς και στο Μητροπολιτικό (Μητροπόλιταν) Μουσείο της Νέας Υόρκης.

Ο ίδιος είχε πει σε συνέντευξή του στην lifo.gr για τον Δράκο,την βράβευσή του στο Φεστιβάλ του Βερολίνου και τον Μάνο Χατζιδάκι

Ο Δράκος, θα έλεγα, έγινε από ένα πείσμα μου. Τι να πω για τον Δράκο, που μιλάω συνεχώς, επί μισό αιώνα, για την ταινία αυτή, που κυνηγήθηκε ανελέητα από την Αριστερά και την κριτική της εποχής; Έμοιαζε σαν να ήταν το λάθος της ζωής μου! Θα σου πω κάτι που δεν είναι πολύ γνωστό: ο Δράκος έγινε ό,τι έγινε, έκανε ό,τι έκανε, ύστερα από ένα βιβλίο που έγραψε κάποια χρόνια μετά ένας Αμερικανός συγγραφέας. Είχε δει την ταινία σε μια φοιτητική λέσχη και κάθισε κι έγραψε ολόκληρο βιβλίο, βγάζοντας μέσω εμού και της ταινίας μου όλο τον αντιαμερικανικό του οίστρο. Το βιβλίο αυτό, μάλιστα, έφτασε μέχρι και στα χέρια του Κένεντι!  

 

Με έχουν πει νεορεαλιστή σκηνοθέτη, αλλά εγώ πάλι δεν είχα ιδέα από νεορεαλισμό. Το ίδιο κι αργότερα, με το Vortex, που με είπαν «νουβέλ βαγκ». Ίσως να μην ήξερα τον προορισμό μου και να δρούσα καλλιτεχνικά από ένστικτο και βαθιά θέληση. Χαρακτηριστικό είναι ότι το 1963, όταν έκανα τις Μικρές Αφροδίτες, μου λέει ένας φίλος μου, ο Παγιατάκης: «Δεν στέλνεις καμιά ταινία στο Φεστιβάλ Βερολίνου; Δίνουν σημασία στη χώρα καταγωγής της κάθε ταινίας». Ποιον να πήγαινα να ανταγωνιστώ εγώ τώρα και με τι; Κι όμως! Οι Μικρές Αφροδίτες πήγαν στο Βερολίνο και βραβεύτηκαν, τα δε δικαιώματά τους, μερικά χρόνια μετά, τα πήρε ένας δαιμόνιος Γιαπωνέζος, ο οποίος έβγαλε διανομή την ταινία σε μεταμεσονύκτιες προβολές σε αντεργκράουντ νεοϋορκέζικες αίθουσες. Έτσι, η ταινία λατρεύτηκε από το κίνημα των χίπις, αφού τους εξέφραζε με όλη αυτή την «επιστροφή στη φύση» που πρέσβευε.

Ακούγεται κοινοτοπία να λες «ο άνθρωπος της ζωής μου ήταν ο τάδε», αλλά για μένα, ναι, ο άνθρωπος της ζωής μου ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις. Η μάνα του ήταν φίλη με τη μάνα μου, πίνανε τα καφεδάκια τους. Μια μέρα, λέει η κυρία Αλίκη: «Να σου γνωρίσω τον γιο μου». Κι έτσι γνώρισα τον Μάνο. Άκου τώρα ιστορία: ήμουν απ' τους ανθρώπους που κράταγαν το φέρετρο του Χατζιδάκι. Το διανοείσαι; Είναι πολύ σκληρό, έπειτα από μια κοινή πορεία τόσων χρόνων... Ο Χατζιδάκις ήταν ομοφυλόφιλος, αλλά δεν το έδειχνε εκείνα τα χρόνια, έχει σημασία αυτό. Εγώ δεν είχα καταλάβει τίποτα και από κουτσομπολιά μόνο μάθαινα ότι ήταν αυτό που ήταν. Έκανα πως δεν ήξερα μέχρι το τέλος της ζωής του. Ήταν και ήμουν διακριτικός. Τον προστάτευα, όμως, στον δρόμο, όταν περπατούσαμε και δεχόταν πειράγματα ρατσιστικά του στυλ «ψιτ, εσύ καλέ» και τέτοια. Ο Χατζιδάκις δεν συμπαθούσε καθόλου το μπουζούκι. «Θες να σε πάω κάπου, Μάνο, να δεις έναν άλλο κόσμο;», τον ρωτάω ένα βράδυ. Και τον πήγα σε μια τρύπα στην Ομόνοια, εκεί όπου έπαιζε ο Μάρκος Βαμβακάρης και γνωρίστηκαν. Θυμάμαι, μάλιστα, ότι και ο Βαμβακάρης, σαν είδε τους μάγκες έτοιμους να πειράξουν τον ευαίσθητο Χατζιδάκι, τράβηξε μια καρέκλα, τον φώναξε κοντά του και του είπε: «Εσύ εδώ θα κάθεσαι, νεαρέ, δίπλα μου!». Μετά την εμπειρία αυτή, ο επίσης αστός Χατζιδάκις γνώρισε τον κόσμο του ρεμπέτικου και συνέθεσε την περίφημη ομιλία του στο Θέατρο Τέχνης.

 

Πηγές βικιπαίδεια,www.lifo.gr

ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΚΑΡΙΕΡΑΣ